αδικούμαι


αδικούμαι
αδικούμαι, αδικήθηκα, αδικημένος βλ. πίν. 74

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀδικοῦμαι — ἀδικέω to be pres ind mp 1st sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραδικούμαι — έομαι, Α βλάπτομαι, αδικούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ἀδικοῦμαι] …   Dictionary of Greek

  • προαδικώ — έω, Α 1. αδικώ πρώτος, κάνω αρχή τής αδικίας 2. παθ. προαδικοῡμαι, έομαι αδικούμαι πρώτος ή αδικούμαι προηγουμένως 3. φρ. «προαδικῶ μετὰ βίας τινά» εφαρμόζω ένα μέτρο με τη βία, εξαναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι, προβιάζομαι* …   Dictionary of Greek

  • χαραμίζω — Ν [χαράμι] 1. ξοδεύω ή καταναλώνω κάτι ανώφελα, χωρίς αποτέλεσμα ή εκτελώ κάτι ζημιώνοντας κάποιον άλλο 2. πουλώ κάτι σε πολύ χαμηλή τιμή 3. μέσ. χαραμίζομαι δεν χρησιμοποιούμαι αξιοκρατικά, ανάλογα με τις ικανότητες και με τα προσόντα μου,… …   Dictionary of Greek

  • ρίχνομαι — ρίχνομαι, ρίχτηκα, ριγμένος βλ. πίν. 30 Σημειώσεις: ρίχνομαι : από άποψη σημασίας, αποτελεί παθητικό του ρίχνω κυρίως όταν έχει την έννοια → αδικούμαι σε συναλλαγή, μοιρασιά κτλ. Κατά τα άλλα, απαντάται με τις ειδικές έννοιες → επιτίθεμαι, ορμάω… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής